ελαστικός

-ή, -ό
Ι. 1. αυτός που έχει την ιδιότητα να εκτείνεται και να μπορεί να επανέλθει στις αρχικές του διαστάσεις
2. (για κίνηση, βάδισμα κ.λπ.) αυτός που χαρακτηρίζεται από ελαφράδα και ευκινησία («ελαστικό βάδισμα, ελαστικό πήδημα»)
3. εκείνος που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ηθικής αυστηρότητας και σταθερότητας («ελαστική συνείδηση», «ελαστική διαγωγή»)
4. όποιος προσαρμόζεται εύκολα στην εκάστοτε κατάσταση που επικρατεί
II. το ουδ. ως ουσ. το ελαστικό
1. (ελαστικό κόμμι) λάστιχο, καουτσούκ
2. ταινία υφάσματος, συνυφασμένη με νήματα από κόμμι ώστε να έχει ελαστικότητα
3. πληθ. τα ελαστικά, (ελαστικά αυτοκινήτων)
τα επίσωτρα, τα λάστιχα τών τροχών τού αυτοκινήτου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ελαστικός — ή, ό επίρρ. ά 1. που έχει την ιδιότητα της ελαστικότητας, ο λαστιχένιος. 2. ο ελαφρός στην κίνηση: Το πόδι του... σηκωνόταν πάλι ανάερο μ ένα τίναγμα ελαστικό (Κ. Χρηστομάνος). 3 μτφ. (για ανθρώπους), που μεταβάλλει εύκολα τα συναισθήματα και τις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ελαστικός — [эластикос] εκ. гибкий, эластичный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σύνδεσμος — Μόριο που έχει το ρόλο να συνδέει μεταξύ τους δύο ή περισσότερους όρους σε μια πρόταση ή να ενώνει δύο ή περισσότερες προτάσεις. Οι σ. ανήκουν στα μορφολογικά άκλιτα εκείνα στοιχεία (προθέσεις, επιρρήματα), των οποίων ο ρόλος είναι να… …   Dictionary of Greek

  • υμένας — (Ανατ.). Γενική ονομασία διαφόρων λεπτών ιστών ή απαλών οργάνων. Είναι ελαστικοί και ποικίλλουν στην απόχρωση και την υφή. Προορίζονται να περιβάλλουν άλλα όργανα ή να εκκρίνουν και να απορροφούν μερικές ουσίες (βλεννογόνοι). * * * ο / ὑμήν, ένος …   Dictionary of Greek

  • эластическая совесть — У него совесть что розвальни: садись да катись. Ср. У него совесть мешок, что хошь положи . Ср. Разве эти люди могут любить? Они только себя любят... Совесть у них гостеприимная. К.М. Станюкович. Омут. 21. Ср. У меня и раньше была женская… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • Эластическая совесть — Эластическая совѣсть. У него совѣсть что розвальни: садись, да катись. Ср. «У него совѣсть мѣшокъ, что̀ хошь положи». Ср. Развѣ эти люди могутъ любить? Они только себя любятъ... Совѣсть у нихъ гостепріимная. К. М. Станюковичъ. Омутъ. 21. Ср. У… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • έμβολο — Μηχανικό όργανο το οποίο, στις μηχανές εναλλασσόμενης κίνησης, παλινδρομεί στο εσωτερικό του κυλίνδρου και χρησιμεύει στη μετατροπή της πίεσης ενός υγρού σε μηχανική ενέργεια ή αντίστροφα. Στις μηχανές διπλής δράσης (π.χ. στις ατμομηχανές) το έ.… …   Dictionary of Greek

  • αμφίγυος — ἀμφίγυος, ον (Α) 1. (για το δόρυ) ο αιχμηρός και κατά τα δυο άκρα, αμφίστομος 2. αυτός που γέρνει, που κάμπτεται και από τις δύο πλευρές, ελαστικός, εύκαμπτος 3. πιθανώς το επίθετο να δηλώνει και τον «δυνατό και στα δύο σκέλη, τον ισχυρό… …   Dictionary of Greek

  • απίλητος — ἀπίλητος, ον (Α) ο ασυμπίεστος, ο ελαστικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + πιλητός < πιλώ «συμπιέζω, συνθλίβω»] …   Dictionary of Greek

  • γαστραντλία — η ειδικός ελαστικός σωλήνας με τον οποίο γίνεται η πλύση στομάχου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.